Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Amateur Radio Glossary – Ραδιοερασιτεχνικό Γλωσσάριο


Λέξη
Εξήγηση
1
ΑΜ - Amplitude Modulation



Διαμόρφωση Πλάτους
The oldest voice operating mode still found on the amateur bands. The more common voice mode, SSB, is actually a narrower-bandwidth variation of AM.

Η αρχαιότερη μορφή φωνητικής επικοινωνίας που ακόμη χρησιμοποιείται από ραδιοερασιτέχνες. Η πιο κοινή μορφή επικοινωνίας είναι το SSB, το οποίο χρησιμοποιεί στενότερη-ζώνη συχνοτήτων από το ΑΜ.

2
Amateur Radio



Ραδιοερασιτεχνισμός
A radio communication service used by authorised persons interested in communicating with each other out of personal interest and not for any form of monetary gain.

Υπηρεσία επικοινωνίας που βασίζεται σε ραδιοκύματα και χρησιμοποιείται από άτομα τα οποία ενδιαφέρονται να επικοινωνούν μεταξύ τους για προσωπική ευχαρίστηση και όχι για να αποκτήσουν οποιαδήποτε μορφή χρηματικής αμοιβής.

3
Amateur Radio Operator

Ραδιοερασιτέχνης
A person holding a license to operate an amateur radio station.

Κάποιο άτομο που κατέχει άδεια να λειτουργεί ραδιοερασιτεχνικό σταθμό.

4
Amateur Radio Station


Ραδιοερασιτεχνικός Σταθμός
A station licensed in the amateur service, including all necessary equipment.

Σταθμός που έχει άδεια να εκπέμπει στην ραδιοερασιτεχνική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένου όλου του απαραίτητου εξοπλισμού.

5
Band


Ζώνη
A range of frequencies. Radio amateurs are authorised to transmit on many different bands.

Γκάμα συχνοτήτων. Οι ραδιοερασιτέχνες είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπέμπουν σε πολλές και διάφορες συχνότητες.

6
Bandwidth



Εύρος ζώνης συχνοτήτων
The width of a frequency band outside of which the mean power of the transmitted signal is attenuated at least 26dB below the mean power of the transmitted signal within the band.

Το εύρος ζώνης εκτός της οποίας η μέση ισχύς του σήματος μειώνεται τουλάχιστο κατά 26dB κάτω από την μέση ισχύ του σήματος εντός της ζώνης.

7
Beacon



Ραδιοφάρος
An amateur radio station transmitting communication for the purposes of observation of propagation and reception or other related experimental activities.

Ένας ραδιοερασιτεχνικός σταθμός ο οποίος εκπέμπει σήμα για σκοπούς παρατήρησης της διάδοσης των σημάτων και της λήψης, ή για άλλους πειραματικούς σκοπούς.

8
Beam Antenna


Κατευθυνόμενη κεραία
A type of amateur radio antenna that can be pointed in any direction.

Ένας είδος ραδιοερασιτεχνικής κεραίας με την οποία να μπορεί το σήμα να κατευθυνθεί σε οποιαδήποτε κατεύθυνση.


9
Broadcasting


Ευρυεκπομπή
Transmission intended for reception by the general public, either direct or relayed.

Εκπομπή η οποία απευθύνεται στο κοινό, είτε απευθείας, είτε μετά από αναμετάδοση.

10
Callsign


Διακριτικό επικοινωνίας
A series of unique letters and numbers assigned to a person who has earned an amateur radio license.

Μια σειρά μοναδικών αριθμών και γραμμάτων τα οποία παραχωρούνται σε κάποιο άτομο στο οποίο έχει παραχωρηθεί άδεια ραδιοερασιτέχνη.

11
Carrier Power



Ισχύς Φέρουσας
The average power supplied to the antenna transmission line by a transmitter during one RF cycle taken under the condition of no modulation.

Η μέση ισχύς του σήματος που τροφοδοτείται στο καλώδιο της κεραίας από τον πομπό κατά τη διάρκεια ενός κύκλου του κύματος εκπομπής και που μετριέται όταν δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαμόρφωση στο σήμα.

12
Contact

Επικοινωνία
A two-way communication between Amateur Radio operators.

Μια αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ ραδιοερασιτεχνών.

13
Contest


Διαγωνισμός
A amateur radio activity in which radio amateurs compete to contact the most stations within a designated time period.

Μια ραδιοερασιτεχνική δραστηριότητα στην οποία οι ραδιοερασιτέχνες διαγωνίζονται για να επικοινωνήσουν με τους περισσότερους σταθμούς εντός κάποιου προκαθορισμένου χρόνου.

14
CW – Continuous Wave

Συνεχές Κύμα
Another name for Morse Code telegraphy by radio.

Άλλη ονομασία για τον Κώδικα Μορς μέσω ασυρμάτου.

15
Data


Δεδομένα
Telemetry, telecommand, and computer communication emissions.

Τηλεμετρία, τηλε-εντολές, και επικοινωνίες ηλεκτρονικών υπολογιστών.

16
Digital Communication


Ψηφιακή Επικοινωνία
Computer based communications such as PSK31, and Packet Radio.

Επικοινωνία η οποία βασίζεται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπως PSK31 και Ραδιοϋπηρεσία Πακέτων.

17
Dipole Antenna

Δίπολη Κεραία
A wire antenna often used on the high-frequency amateur bands.

Κεραία κατασκευασμένη από ένα από καλώδιο και που χρησιμοποιείται κυρίως στις Υψηλές Συχνότητες.

18
DSP – Digital Signal Processing

A newer technology that allows software to replace electronic circuitry.

Μια καινούρια τεχνολογία που επιτρέπει σε προγράμματα σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές να αντικαταστούν ηλεκτρονικά κυκλώματα.




19
DX
An amateur radio abbreviation for distance, or foreign countries.

Ραδιοερασιτεχνική σύντμηση για μακρινές ή ξένες χώρες.

20
DXpedition



A trip to an unusual location, such as an uninhabited island or other geographical or political entity which has few, if any, Amateur Radio Operators, where radio amateurs operate while visiting. DXpeditions provide sought-after contacts for radio amateurs who are anxious to have a radio contact with someone in a rare location.

Ένα ταξίδι σε μια ασυνήθιστη περιοχή, όπως ένα ακατοίκητο νησί ή άλλη γεωγραφική ή πολιτική οντότητα που έχει μικρή ή καθόλου ραδιοερασιτεχνική κοινότητα, όπου οι επισκέπτες ραδιοερασιτέχνες λειτουργούν σταθμούς κατά την επίσκεψη τους. Τα DXpedition προσφέρουν επαφές με σταθμούς που έχουν πολύ ψηλή ζήτηση για άλλους ραδιοερασιτέχνες που αγωνιούν να έχουν επαφή με κάποιον σε τέτοια ασυνήθιστη περιοχή.

21
Emergency Communication


Επικοινωνίες Εκτάκτων Αναγκών
Amateur Radio communication that takes place during a situation where there is danger to lives or property.

Ραδιοερασιτεχνική επικοινωνία η οποία λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια κάποιας έκτακτης ανάγκης που πιθανό να διατρέχουν κίνδυνο ζωές ή περιουσίες.

22
Field Day



(Ημέρα Επιστημονικής Εκδρομής)
A popular Amateur Radio activity during which radio amateurs setup radio stations outdoors and away from electrical service to simulate emergencies.

Μια δημοφιλής ραδιοερασιτεχνική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της οποίας οι ραδιοερασιτέχνες εγκαθιστούν ραδιοερασιτεχνικούς σταθμούς στο ύπαιθρο και μακριά από συμβατική παροχή ηλεκτρικής ενέργειας με σκοπό να αναπαράγουν συνθήκες εκτάκτων αναγκών.

23
FM – Frequency Modulation

Διαμόρφωση Συχνότητας
An operating mode commonly used on amateur radio repeaters.

Μορφή επικοινωνίας που συνήθως χρησιμοποιείται από ραδιοερασιτεχνικούς αναμεταδότες.

24
Fox Hunt
A competitive amateur radio activity in which radio amateurs track down a transmitted signal, using a map, compass and receiver.

Μια αγωνιστική ραδιοερασιτεχνική δραστηριότητα στην οποία οι ραδιοερασιτέχνες με τη χρήση χάρτη, πυξίδας και ραδιοδέκτη, εντοπίζουν κάποιο ραδιοπομπό.

25
HAM Radio
Slang for Amateur Radio that began and is mainly used in the USA.

Λαϊκό ιδίωμα για τη λέξη Ραδιοερασιτεχνισμός που πηγάζει και χρησιμοποιείται κυρίως στης ΗΠΑ.

26
HF – High Frequencies

Υψηλές Συχνότητες
The radio frequencies from 3MHz to 30 MHz

Το εύρος συχνοτήτων μεταξύ 3 και 30 MHz

27
IARU – International Amateur Radio Union


Διεθνής Ένωση Ραδιοερασιτεχνών
The international organisation made up of national Amateur Radio organisations, representing the international Amateur Radio community.

Η διεθνής ένωση ραδιοερασιτεχνών αποτελείται από εθνικές ενώσεις ραδιοερασιτεχνών, και αντιπροσωπεύει την διεθνή κοινότητα ραδιοερασιτεχνών.
28
ITU – International Telecommunications Union

Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών
An agency of the United Nations that allocates the radio spectrum among the various radio services.

Μια υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών η οποία μεταξύ άλλων καθορίζει τις συχνότητες που χρησιμοποιούνται μεταξύ διαφόρων ραδιουπηρεσιών.

29
Mean Power



Μέση Ισχύς
The average power supplied to an antenna transmission line during an interval of time sufficiently long compared with the lowest frequency encountered in the modulation taken under normal operating conditions.

Η μέση ισχύς του σήματος στο καλώδιο που τροφοδοτεί της κεραία για μια περίοδο αρκετά μακριά σε σχέση με την χαμηλότερη συχνότητα που συναντάτε στην διάδοση του σήματος και που μετριέται κάτω από τις συνήθης συνθήκες λειτουργίας.

30
Mode



Μορφή / Τρόπος
A type of amateur radio communication, for example Frequency Mondulation (FM Voice), Slow-Scan Television (SSTV), and SSB (Single sideband voice).

Μορφή επικοινωνίας ραδιοερασιτεχνών, για παράδειγμα Διαμόρφωση Συχνότητας (Φωνή μέσω διάδοσης FM), και SSB (Φωνής μέσω διάδοσης Μονοπλευρικής ζώνης).

31
Morse Code


Κώδικας Μορς
A popular communication mode transmitted by on/off keying of a radio-frequency signal.

Μια πολύ προσφιλής μορφή επικοινωνίας η οποία μεταδίδεται με «on/off» διαμόρφωση ενός ραδιο-σήματος.

32
Net


Δίκτυο
An on-the-air meeting of radio amateurs at a set time and day and radio frequency.

Μια συνάντηση «στον αέρα» μεταξύ ραδιοερασιτεχνών σε συγκεκριμένη ώρα, μέρα και συχνότητα.

33
Out-of-band Emission (Splatter)


Εκπομπή εκτός ζώνης
An emission on a frequency immediately outside the necessary bandwidth caused by overmodulation on peaks.

Εκπομπή σε συχνότητα εκτός του εύρους ζώνης που χρειάζεται για την επικοινωνία. Συνήθως προκαλείται από υπερδιαμόρφωση του σήματος.

34
Packet Radio



Ραδιοϋπηρεσία Πακέτων
A computer-to-computer radio communication mode in which information is broken into short bursts. The bursts (packets) contain addressing and error-detection information.

Μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ δύο ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά τη διάρκεια της οποίας οι πληροφορίες σπάζουν σε μικρά «πακέτα». Τα «πακέτα» αυτά περιλαμβάνουν την διεύθυνση και πληροφορίες για διαπίστωση λαθών.

35
PEP – peak-envelope-power



Ισχύς Περιβάλλουσας Κορυφής
The average power supplied to the antenna transmission line by a transmitter during one RF cycle at the crest of the modulation envelope taken under normal operating conditions.

Η μέση ισχύς που μεταδίδεται στο καλώδιο που συνδέει την κεραία με τον πομπό, από ένα πομπό κατά τη διάρκεια ενός κύκλου εκπομπής ραδιοσυχνότητας, στην κορφή της του κύματος της μετάδοσης, και η οποία μετρήθηκε κάτω από κανονική κατάσταση λειτουργίας.
36
Phone

Φωνή
Emission carrying speech.

Εκπομπή που μεταδίδει φωνή.

37
Power


Ισχύς
Power is expressed in three ways: 1) Peak Envelope Power (PEP), 2) Mean Power, 3) Carrier Power.

Η Ισχύς εκφράζεται με τρεις τρόπους: 1) Ισχύς Περιβάλλουσας Κορυφής, 2) Μέση Ισχύς, 3) Ισχύς Φέρουσας.

38
Public Service


Δημόσια Υπηρεσία
Activities involving amateur radio that radio amateurs perform to benefit their communities.

Δραστηριότητες που περιλαμβάνουν τον ραδιοερασιτεχνισμό, τις οποίες εκτελούν ραδιοερασιτέχνες για το καλό της κοινωνίας.

39
QRP
An abbreviation for Low Power.

Σύντμηση που καταδεικνύει εκπομπή χαμηλής ισχύος.

40
QSL Bureau
A system of sending QSL Cards to and from amateur radio operators.

Μια υπηρεσία αποστολής Καρτών QSL μεταξύ ραδιοερασιτέχνων.

41
QSL Card


Κάρτα QSL
Cards that serve to confirm communication between two radio amateurs.

Κάρτες οι οποίες εξυπηρετούν την επιβεβαίωση της επικοινωνίας μεταξύ ραδιοερασιτέχνων.

42
RF – Radio Frequencies


Ραδιοσυχνότητες

The range of frequencies that can travel through space in the form of electromagnetic radiation.

Το εύρος των συχνοτήτων που μπορούν να μεταδοθούν μέσω του κενού σε μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.

43
Radio Shack

Κατάλυμα Σταθμού
The room where radio amateurs keep their station.

Το δωμάτιο ή ο χώρος στον οποίο οι ραδιοερασιτέχνες εγκαθιστούν τα μηχανήματα του ραδιοερασιτεχνικού σταθμού τους.

44
Receiver

Δέκτης
A device that converts radio signals into a form that can be heard.

Συσκευή η οποία μετατρέπει ραδιοκύματα σε μορφή η οποία να μπορεί να ακουστεί.

45
Repeater




Αναμεταδότης
An amateur radio station, usually located on a mountaintop, hilltop, or tall building, that receives and simultaneously retransmits the signals of other stations on a different channel or channels for greater range.

Ένας ραδιοερασιτεχνικός σταθμός, που συνήθως βρίσκει κανείς στην κορυφή βουνών, λόφων, ή πολύ ψηλών κτιρίων, ο οποίος λαμβάνει και παράλληλα αναμεταδίδει τα σήματα άλλων σταθμών σε διαφορετικό κανάλι ή κανάλια με σκοπό να αυξήσει την έκταση κάλυψης τους σήματος τους.

46
RTTY – Radio Telegraphy

Ραδιο-Τηλέγραφος
Narrow-band direct-printing telegraphy emission.

Μορφή ψηφιακής επικοινωνίας που χρησιμοποιεί στενό εύρος ζώνης.

47
SSB – Single Side Band

Μονοπλευρική ζώνη
A common mode of voice operation on an amateur radio band.

Μια κοινή μορφή μετάδοσης φωνής στις ραδιοερασιτεχνικές ραδιοσυχνότητες.

48
SSTV – Slow Scan TV


Τηλεοπτικό σήμα Αργής Σάρωσης
A mode of operation in which radio amateurs exchange still pictures from their stations, using their radios and computers.

Μορφή επικοινωνίας στην οποία οι ραδιοερασιτέχνες ανταλλάζουν εικόνες/φωτογραφίες μεταξύ των σταθμών τους, χρησιμοποιώντας πομποδέκτες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

49
SWL – Short Wave Listener


Ακροατής Βραχέων Κυμάτων
A person who enjoys listening to shortwave radio broadcasts or amateur radio conversations.

Άτομο το οποίο απολαμβάνει την ακρόαση εκπομπών από ραδιοσταθμούς και ραδιοερασιτέχνες στα βραχέα.

50
Transceiver

Πομποδέκτης

A radio transmitter and receiver combined in one device.

Συσκευή η οποία συμπεριλαμβάνει μαζί πομπό και δέκτη.

51
Transmitter

Πομπός
A device that produces radio-frequency signals.

Συσκευή που συμπεριλαμβάνει πομπό.

52
UHF – Ultra High Frequency

Πάρα Πολύ Υψηλές Συχνότητες
The radio frequencies from 300 to 3000 MHz.

Οι συχνότητες μεταξύ 300 και 3000 MHz.

53
VHF – Very High Frequency

Πολύ Υψηλή Συχνότητα
The radio frequencies from 30 to 300 MHz.

Οι συχνότητες μεταξύ 30 και 300 MHz.

54
Wavelength


Μήκος Κύματος
The means of designating a frequency band, such as the 80-meter band. (3.5-3.8MHz)

Ο τρόπος που αναφέρεται κανείς σε ζώνη συχνοτήτων, όπως για παράδειγμα την ζώνη των 80-μέτρων. (3.5-3.8MHz)

55
To Work

Η Λειτουργία
To contact another radio amateur.

Η διενέργεια επαφής με άλλο ραδιοερασιτέχνη.

The Beauty of Silent Communication design for Everyone

  We often overlook the small details of our daily environments, but sometimes, a simple set of icons can speak volumes about a space's ...