|
|
Λέξη
|
Εξήγηση
|
|
1
|
ΑΜ - Amplitude Modulation
Διαμόρφωση Πλάτους
|
The oldest voice operating mode
still found on the amateur bands. The more common voice mode, SSB, is
actually a narrower-bandwidth variation of AM.
Η αρχαιότερη μορφή φωνητικής
επικοινωνίας που ακόμη χρησιμοποιείται από ραδιοερασιτέχνες. Η πιο κοινή
μορφή επικοινωνίας είναι το SSB, το οποίο
χρησιμοποιεί στενότερη-ζώνη συχνοτήτων από το ΑΜ.
|
|
2
|
Amateur Radio
Ραδιοερασιτεχνισμός
|
A radio communication service used by authorised persons
interested in communicating with each other out of personal interest and not
for any form of monetary gain.
Υπηρεσία
επικοινωνίας που βασίζεται σε ραδιοκύματα και χρησιμοποιείται από άτομα τα
οποία ενδιαφέρονται να επικοινωνούν μεταξύ τους για προσωπική ευχαρίστηση και
όχι για να αποκτήσουν οποιαδήποτε μορφή χρηματικής αμοιβής.
|
|
3
|
Amateur Radio Operator
Ραδιοερασιτέχνης
|
A person holding a license to
operate an amateur radio station.
Κάποιο άτομο που κατέχει άδεια να
λειτουργεί ραδιοερασιτεχνικό σταθμό.
|
|
4
|
Amateur Radio Station
Ραδιοερασιτεχνικός Σταθμός
|
A station licensed in the amateur
service, including all necessary equipment.
Σταθμός που έχει άδεια να εκπέμπει στην
ραδιοερασιτεχνική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένου όλου του απαραίτητου
εξοπλισμού.
|
|
5
|
Band
Ζώνη
|
A range of frequencies. Radio
amateurs are authorised to transmit on many different bands.
Γκάμα συχνοτήτων. Οι ραδιοερασιτέχνες είναι
εξουσιοδοτημένοι να εκπέμπουν σε πολλές και διάφορες συχνότητες.
|
|
6
|
Bandwidth
Εύρος ζώνης συχνοτήτων
|
The width of a frequency band
outside of which the mean power of the transmitted signal is attenuated at
least 26dB below the mean power of the transmitted signal within the band.
Το εύρος ζώνης εκτός της οποίας η μέση
ισχύς του σήματος μειώνεται τουλάχιστο κατά 26dB κάτω από την μέση ισχύ
του σήματος εντός της ζώνης.
|
|
7
|
Beacon
Ραδιοφάρος
|
An amateur radio station
transmitting communication for the purposes of observation of propagation and
reception or other related experimental activities.
Ένας ραδιοερασιτεχνικός σταθμός ο οποίος
εκπέμπει σήμα για σκοπούς παρατήρησης της διάδοσης των σημάτων και της λήψης,
ή για άλλους πειραματικούς σκοπούς.
|
|
8
|
Beam Antenna
Κατευθυνόμενη κεραία
|
A type of amateur radio antenna
that can be pointed in any direction.
Ένας είδος ραδιοερασιτεχνικής κεραίας με
την οποία να μπορεί το σήμα να κατευθυνθεί σε οποιαδήποτε κατεύθυνση.
|
|
9
|
Broadcasting
Ευρυεκπομπή
|
Transmission intended for
reception by the general public, either direct or relayed.
Εκπομπή η οποία απευθύνεται στο κοινό,
είτε απευθείας, είτε μετά από αναμετάδοση.
|
|
10
|
Callsign
Διακριτικό επικοινωνίας
|
A series of unique letters and
numbers assigned to a person who has earned an amateur radio license.
Μια σειρά μοναδικών αριθμών και
γραμμάτων τα οποία παραχωρούνται σε κάποιο άτομο στο οποίο έχει παραχωρηθεί
άδεια ραδιοερασιτέχνη.
|
|
11
|
Carrier Power
Ισχύς Φέρουσας
|
The average power supplied to the
antenna transmission line by a transmitter during one RF cycle taken under
the condition of no modulation.
Η μέση ισχύς του σήματος που
τροφοδοτείται στο καλώδιο της κεραίας από τον πομπό κατά τη διάρκεια ενός
κύκλου του κύματος εκπομπής και που μετριέται όταν δεν υπάρχει οποιαδήποτε
διαμόρφωση στο σήμα.
|
|
12
|
Contact
Επικοινωνία
|
A two-way communication between
Amateur Radio operators.
Μια αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ
ραδιοερασιτεχνών.
|
|
13
|
Contest
Διαγωνισμός
|
A amateur radio activity in which
radio amateurs compete to contact the most stations within a designated time
period.
Μια ραδιοερασιτεχνική δραστηριότητα στην
οποία οι ραδιοερασιτέχνες διαγωνίζονται για να επικοινωνήσουν με τους
περισσότερους σταθμούς εντός κάποιου προκαθορισμένου χρόνου.
|
|
14
|
CW – Continuous Wave
Συνεχές Κύμα
|
Another name for Morse Code telegraphy
by radio.
Άλλη ονομασία για τον Κώδικα Μορς μέσω
ασυρμάτου.
|
|
15
|
Data
Δεδομένα
|
Telemetry, telecommand, and
computer communication emissions.
Τηλεμετρία, τηλε-εντολές, και
επικοινωνίες ηλεκτρονικών υπολογιστών.
|
|
16
|
Digital Communication
Ψηφιακή Επικοινωνία
|
Computer based communications such
as PSK31, and Packet Radio.
Επικοινωνία η οποία βασίζεται σε
ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπως PSK31 και Ραδιοϋπηρεσία
Πακέτων.
|
|
17
|
Dipole Antenna
Δίπολη Κεραία
|
A wire antenna often used on the
high-frequency amateur bands.
Κεραία κατασκευασμένη από ένα από
καλώδιο και που χρησιμοποιείται κυρίως στις Υψηλές Συχνότητες.
|
|
18
|
DSP – Digital Signal Processing
|
A newer technology that allows
software to replace electronic circuitry.
Μια καινούρια τεχνολογία που επιτρέπει
σε προγράμματα σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές να αντικαταστούν ηλεκτρονικά
κυκλώματα.
|
|
19
|
DX
|
An amateur radio abbreviation for
distance, or foreign countries.
Ραδιοερασιτεχνική σύντμηση για μακρινές
ή ξένες χώρες.
|
|
20
|
DXpedition
|
A trip to an unusual location,
such as an uninhabited island or other geographical or political entity which
has few, if any, Amateur Radio Operators, where radio amateurs operate while
visiting. DXpeditions provide sought-after contacts for radio amateurs who are
anxious to have a radio contact with someone in a rare location.
Ένα ταξίδι σε μια ασυνήθιστη περιοχή,
όπως ένα ακατοίκητο νησί ή άλλη γεωγραφική ή πολιτική οντότητα που έχει μικρή
ή καθόλου ραδιοερασιτεχνική κοινότητα, όπου οι επισκέπτες ραδιοερασιτέχνες
λειτουργούν σταθμούς κατά την επίσκεψη τους. Τα DXpedition προσφέρουν επαφές με σταθμούς που έχουν πολύ ψηλή ζήτηση για άλλους
ραδιοερασιτέχνες που αγωνιούν να έχουν επαφή με κάποιον σε τέτοια ασυνήθιστη
περιοχή.
|
|
21
|
Emergency Communication
Επικοινωνίες Εκτάκτων Αναγκών
|
Amateur Radio communication that
takes place during a situation where there is danger to lives or property.
Ραδιοερασιτεχνική επικοινωνία η οποία
λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια κάποιας έκτακτης ανάγκης που πιθανό να
διατρέχουν κίνδυνο ζωές ή περιουσίες.
|
|
22
|
Field Day
(Ημέρα Επιστημονικής Εκδρομής)
|
A popular Amateur Radio activity
during which radio amateurs setup radio stations outdoors and away from
electrical service to simulate emergencies.
Μια δημοφιλής ραδιοερασιτεχνική
δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της οποίας οι ραδιοερασιτέχνες εγκαθιστούν
ραδιοερασιτεχνικούς σταθμούς στο ύπαιθρο και μακριά από συμβατική παροχή
ηλεκτρικής ενέργειας με σκοπό να αναπαράγουν συνθήκες εκτάκτων αναγκών.
|
|
23
|
FM – Frequency Modulation
Διαμόρφωση Συχνότητας
|
An operating mode commonly used on
amateur radio repeaters.
Μορφή επικοινωνίας που συνήθως
χρησιμοποιείται από ραδιοερασιτεχνικούς αναμεταδότες.
|
|
24
|
Fox Hunt
|
A competitive amateur radio
activity in which radio amateurs track down a transmitted signal, using a
map, compass and receiver.
Μια αγωνιστική ραδιοερασιτεχνική
δραστηριότητα στην οποία οι ραδιοερασιτέχνες με τη χρήση χάρτη, πυξίδας και
ραδιοδέκτη, εντοπίζουν κάποιο ραδιοπομπό.
|
|
25
|
HAM Radio
|
Slang for Amateur Radio that began
and is mainly used in the
Λαϊκό ιδίωμα για τη λέξη
Ραδιοερασιτεχνισμός που πηγάζει και χρησιμοποιείται κυρίως στης ΗΠΑ.
|
|
26
|
HF – High Frequencies
Υψηλές Συχνότητες
|
The radio frequencies from 3MHz to
30 MHz
Το εύρος συχνοτήτων μεταξύ 3 και 30 MHz
|
|
27
|
IARU – International Amateur Radio
Διεθνής Ένωση Ραδιοερασιτεχνών
|
The international organisation
made up of national Amateur Radio organisations, representing the
international Amateur Radio community.
Η διεθνής ένωση ραδιοερασιτεχνών
αποτελείται από εθνικές ενώσεις ραδιοερασιτεχνών, και αντιπροσωπεύει την
διεθνή κοινότητα ραδιοερασιτεχνών.
|
|
28
|
ITU – International
Telecommunications
Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών
|
An agency of the United Nations
that allocates the radio spectrum among the various radio services.
Μια υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών η οποία
μεταξύ άλλων καθορίζει τις συχνότητες που χρησιμοποιούνται μεταξύ διαφόρων
ραδιουπηρεσιών.
|
|
29
|
Mean Power
Μέση Ισχύς
|
The average power supplied to an
antenna transmission line during an interval of time sufficiently long
compared with the lowest frequency encountered in the modulation taken under
normal operating conditions.
Η μέση ισχύς του σήματος στο καλώδιο που
τροφοδοτεί της κεραία για μια περίοδο αρκετά μακριά σε σχέση με την
χαμηλότερη συχνότητα που συναντάτε στην διάδοση του σήματος και που μετριέται
κάτω από τις συνήθης συνθήκες λειτουργίας.
|
|
30
|
Mode
Μορφή / Τρόπος
|
A type of amateur radio
communication, for example Frequency Mondulation (FM Voice), Slow-Scan
Television (SSTV), and SSB (Single sideband voice).
Μορφή επικοινωνίας ραδιοερασιτεχνών, για
παράδειγμα Διαμόρφωση Συχνότητας (Φωνή μέσω διάδοσης FM), και SSB (Φωνής μέσω διάδοσης Μονοπλευρικής ζώνης).
|
|
31
|
Morse Code
Κώδικας Μορς
|
A popular communication mode
transmitted by on/off keying of a radio-frequency signal.
Μια πολύ προσφιλής μορφή επικοινωνίας η
οποία μεταδίδεται με «on/off» διαμόρφωση ενός ραδιο-σήματος.
|
|
32
|
Net
Δίκτυο
|
An on-the-air meeting of radio
amateurs at a set time and day and radio frequency.
Μια συνάντηση «στον αέρα» μεταξύ
ραδιοερασιτεχνών σε συγκεκριμένη ώρα, μέρα και συχνότητα.
|
|
33
|
Out-of-band Emission (Splatter)
Εκπομπή εκτός ζώνης
|
An emission on a frequency
immediately outside the necessary bandwidth caused by overmodulation on
peaks.
Εκπομπή σε συχνότητα εκτός του εύρους
ζώνης που χρειάζεται για την επικοινωνία. Συνήθως προκαλείται από υπερδιαμόρφωση
του σήματος.
|
|
34
|
Packet Radio
Ραδιοϋπηρεσία Πακέτων
|
A computer-to-computer radio
communication mode in which information is broken into short bursts. The
bursts (packets) contain addressing and error-detection information.
Μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ δύο
ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά τη διάρκεια της οποίας οι πληροφορίες σπάζουν
σε μικρά «πακέτα». Τα «πακέτα» αυτά περιλαμβάνουν την διεύθυνση και
πληροφορίες για διαπίστωση λαθών.
|
|
35
|
PEP – peak-envelope-power
Ισχύς Περιβάλλουσας Κορυφής
|
The average power supplied to the
antenna transmission line by a transmitter during one RF cycle at the crest
of the modulation envelope taken under normal operating conditions.
Η μέση ισχύς που μεταδίδεται στο καλώδιο
που συνδέει την κεραία με τον πομπό, από ένα πομπό κατά τη διάρκεια ενός
κύκλου εκπομπής ραδιοσυχνότητας, στην κορφή της του κύματος της μετάδοσης,
και η οποία μετρήθηκε κάτω από κανονική κατάσταση λειτουργίας.
|
|
36
|
Phone
Φωνή
|
Emission carrying speech.
Εκπομπή που μεταδίδει φωνή.
|
|
37
|
Power
Ισχύς
|
Power is expressed in three ways:
1) Peak Envelope Power (PEP), 2) Mean Power, 3) Carrier Power.
Η Ισχύς εκφράζεται με τρεις τρόπους: 1) Ισχύς
Περιβάλλουσας Κορυφής, 2) Μέση Ισχύς, 3) Ισχύς Φέρουσας.
|
|
38
|
Public Service
Δημόσια Υπηρεσία
|
Activities involving amateur radio
that radio amateurs perform to benefit their communities.
Δραστηριότητες που περιλαμβάνουν τον
ραδιοερασιτεχνισμό, τις οποίες εκτελούν ραδιοερασιτέχνες για το καλό της
κοινωνίας.
|
|
39
|
QRP
|
An abbreviation for Low Power.
Σύντμηση που καταδεικνύει εκπομπή
χαμηλής ισχύος.
|
|
40
|
QSL Bureau
|
A system of sending QSL Cards to
and from amateur radio operators.
Μια υπηρεσία αποστολής Καρτών QSL μεταξύ ραδιοερασιτέχνων.
|
|
41
|
QSL Card
Κάρτα QSL
|
Cards that serve to confirm
communication between two radio amateurs.
Κάρτες οι οποίες εξυπηρετούν την
επιβεβαίωση της επικοινωνίας μεταξύ ραδιοερασιτέχνων.
|
|
42
|
RF – Radio Frequencies
Ραδιοσυχνότητες
|
The range of frequencies that can
travel through space in the form of electromagnetic radiation.
Το εύρος των συχνοτήτων που μπορούν να
μεταδοθούν μέσω του κενού σε μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.
|
|
43
|
Radio Shack
Κατάλυμα Σταθμού
|
The room where radio amateurs keep
their station.
Το δωμάτιο ή ο χώρος στον οποίο οι
ραδιοερασιτέχνες εγκαθιστούν τα μηχανήματα του ραδιοερασιτεχνικού σταθμού
τους.
|
|
44
|
Receiver
Δέκτης
|
A device that converts radio
signals into a form that can be heard.
Συσκευή η οποία μετατρέπει ραδιοκύματα
σε μορφή η οποία να μπορεί να ακουστεί.
|
|
45
|
Repeater
Αναμεταδότης
|
An amateur radio station, usually
located on a mountaintop, hilltop, or tall building, that receives and
simultaneously retransmits the signals of other stations on a different
channel or channels for greater range.
Ένας ραδιοερασιτεχνικός σταθμός, που
συνήθως βρίσκει κανείς στην κορυφή βουνών, λόφων, ή πολύ ψηλών κτιρίων, ο
οποίος λαμβάνει και παράλληλα αναμεταδίδει τα σήματα άλλων σταθμών σε
διαφορετικό κανάλι ή κανάλια με σκοπό να αυξήσει την έκταση κάλυψης τους
σήματος τους.
|
|
46
|
RTTY – Radio Telegraphy
Ραδιο-Τηλέγραφος
|
Narrow-band direct-printing
telegraphy emission.
Μορφή ψηφιακής επικοινωνίας που
χρησιμοποιεί στενό εύρος ζώνης.
|
|
47
|
SSB – Single Side Band
Μονοπλευρική ζώνη
|
A common mode of voice operation
on an amateur radio band.
Μια κοινή μορφή μετάδοσης φωνής στις
ραδιοερασιτεχνικές ραδιοσυχνότητες.
|
|
48
|
SSTV – Slow Scan TV
Τηλεοπτικό σήμα Αργής Σάρωσης
|
A mode of operation in which radio
amateurs exchange still pictures from their stations, using their radios and
computers.
Μορφή επικοινωνίας στην οποία οι
ραδιοερασιτέχνες ανταλλάζουν εικόνες/φωτογραφίες μεταξύ των σταθμών τους,
χρησιμοποιώντας πομποδέκτες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
|
|
49
|
SWL – Short Wave Listener
Ακροατής Βραχέων Κυμάτων
|
A person who enjoys listening to
shortwave radio broadcasts or amateur radio conversations.
Άτομο το οποίο απολαμβάνει την ακρόαση
εκπομπών από ραδιοσταθμούς και ραδιοερασιτέχνες στα βραχέα.
|
|
50
|
Transceiver
Πομποδέκτης
|
A radio transmitter and receiver
combined in one device.
Συσκευή η οποία συμπεριλαμβάνει μαζί
πομπό και δέκτη.
|
|
51
|
Transmitter
Πομπός
|
A device that produces
radio-frequency signals.
Συσκευή που συμπεριλαμβάνει πομπό.
|
|
52
|
UHF – Ultra High Frequency
Πάρα Πολύ Υψηλές Συχνότητες
|
The radio frequencies from 300 to
3000 MHz.
Οι συχνότητες μεταξύ 300 και 3000 MHz.
|
|
53
|
VHF – Very High Frequency
Πολύ Υψηλή Συχνότητα
|
The radio frequencies from 30 to
300 MHz.
Οι συχνότητες μεταξύ 30 και 300 MHz.
|
|
54
|
Wavelength
Μήκος Κύματος
|
The means of designating a frequency
band, such as the 80-meter band. (3.5-3.8MHz)
Ο τρόπος που αναφέρεται κανείς σε ζώνη
συχνοτήτων, όπως για παράδειγμα την ζώνη των 80-μέτρων. (3.5-3.8MHz)
|
|
55
|
To Work
Η Λειτουργία
|
To contact another radio amateur.
Η διενέργεια επαφής με άλλο ραδιοερασιτέχνη.
|
Στις σελίδες της Παλιάς Λυχνίας θα βρείτε σκέψεις, ποιήματα και κείμενα ψυχής. Ένα ταξίδι στον κόσμο του πνεύματος και της νοσταλγίας, με στόχο να κρατήσουμε αναμμένη τη φλόγα της αναζήτησης και της εσωτερικής καλλιέργειας.
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015
Amateur Radio Glossary – Ραδιοερασιτεχνικό Γλωσσάριο
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
The Beauty of Silent Communication design for Everyone
We often overlook the small details of our daily environments, but sometimes, a simple set of icons can speak volumes about a space's ...
-
Η Σίρλεϊ Μπάσεϊ ( Shirley Veronica Bassey , γέννηση στις 8 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1937 στο ΚΑΡΦΝΤΙΦ της ΟΥΑΛΙΑΣ στο ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ είναι ΟΥΑΛΗ...
-
ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ ΗΤΑΝ ΜΥΘΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ.ΗΤΑΝ ΑΓΑΘΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΜΠ...
-
Τα Άτομα αποτελούνται από τρία είδη μορίων: τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια και τα νετρόνια . • Τα ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΑ μεταφέρουν ΑΡΝΗΤΙΚΟ ηλεκτρικό ...